plaisance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
plaisance plaisances

plaisance  (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ή (λογοτεχνία) η αναψυχή
  2. (ειδικότερα) η ναυτιλία με μικρά σκάφη που γίνεται για τον αθλητισμό ή την αναψυχή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: voile, yachting

[] Εκφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες