plot
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
plot (en)
- η πλοκή
- το οικόπεδο
- το σχέδιο ή η συνωμοσία για τη διάπραξη ενός εγκλήματος
- γράφημα ή διάγραμμα, φτιαγμένο με το χέρι ή από ηλεκτρονική συσκευή
[
]
Ρήμα
plot (en)
- (μεταβατικό) σχεδιάζω ένα έγκλημα
- (αμετάβατο) συνωμοτώ
- φτιάχνω ένα γράφημα ή διάγραμμα
- σημειώνω (πχ μια θέση σε ένα γράφημα ή διάγραμμα)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| plot | plots |
plot (fr) αρσενικό
- (τεχνολογία) μεταλλικό έλασμα που επιτρέπει μια ηλεκτρική σύνδεση, η επαφή
- (τεχνολογία) ψηφιακή πληροφορία στην οθόνη ενός ραντάρ που παριστάνει ένα κινούμενο αντικείμενο
- (αθλητισμός) κωνικό αντικείμενο που χρησιμεύει στον καθορισμό ορίων για μια δραστηριότητα