plural
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
plural
(en)
πληθυντικός
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Afrikaans
Deutsch
English
Español
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Íslenska
Italiano
日本語
한국어
Lietuvių
മലയാളം
Malti
Nederlands
Polski
Português
Sicilianu
Simple English
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Tiếng Việt
中文