poêle
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ετυμολογία
- poêle < poile < λατινική pesilis ή pensilis, κρεμασμένος
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| poêle | poêles |
poêle (fr) αρσενικό
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| poêle | poêles |
poêle (fr) θηλυκό