pogoda
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
pogoda (pl) θηλυκό
- o καιρός με τις έννοιες:
- μετεωρολογικές συνθήκες
- καλές μετεωρολογικές συνθήκες
- (μεταφορικά) ψυχική ηρεμία