poisson
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| poisson | poissons |
poisson (fr) αρσενικό
- (ιχθυολογία) το ψάρι
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| poisson | poissons |
poisson (fr) αρσενικό