poitrinaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

poitrinaire < poitrine

Open book 01.svg Επίθετο[]

ενικός πληθυντικός
poitrinaire poitrinaires

poitrinaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ιατρική) (παρωχημένο) του οποίου το στήθος έχει κάποια πάθηση