polyvalence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
polyvalence polyvalences

polyvalence (fr) θηλυκό

  1. η δυνατότητα που έχει κάτι να χρησιμοποιείται σε πολλά πράγματα, να είναι πολλαπλών χρήσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]