pordo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

pordo < pord + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pordo pordoj
αιτιατική pordon pordojn

pordo (eo)

bonvolu malfermi la pordon kaj la fenestron, άνοιξε σε παρακαλώ την πόρτα και το παράθυρο