portée
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| portée | portées |
portée (fr) θηλυκό
- η εμβέλεια
- (μουσική) το πεντάγραμμο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| portée | portées |
portée (fr) θηλυκό