portavistis
Από Βικιλεξικό
Λατινικά (la) [
]
Ρηματικός τύπος [
]
portavistis (& portastis)
- β' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής παρακειμένου του ρήματος porto
portavistis (& portastis)