possibilité
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- possibilité < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| possibilité | possibilités |
possibilité (fr) θηλυκό