pourboire
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pourboire | pourboires |
pourboire (fr) αρσενικό
- το φιλοδώρημα, το πουρμπουάρ