prêtresse
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- prêtresse < prestresse < prêtre
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| prêtresse | prêtresses |
prêtresse (fr) θηλυκό
- η ιέρεια