pratique
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pratique | pratiques |
pratique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
[
]
Ετυμολογία
- pratique < δημώδης λατινική, practicus
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pratique | pratiques |
pratique (fr) αρσενικό
- η πρακτική
[
]
- pratiquant - pratiquante
- pratique
- pratiquement
- pratiquer