predicate
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
predicate (en)
- (γραμματική) το κατηγόρημα
- (πληροφορική) μία συνάρτηση που επιστρέφει την τιμή "αληθές" ή "ψευδές"
predicate (en)