presumption
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
presumption (en)
- υπόθεση, παραδοχή
- υπερβολική αυτοπεποίθηση, αλαζονεία
- τεκμήριο
- the presumption of innocence - το τεκμήριο της αθωότητας