presumption

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

presumption  (en)

  1. υπόθεση, παραδοχή
  2. υπερβολική αυτοπεποίθηση, αλαζονεία
  3. τεκμήριο
    the presumption of innocence - το τεκμήριο της αθωότητας
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/presumption"