Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /prɪnt/
- Audio (US)βοήθεια, αρχείο
Επίθετο
- σχετικός με έντυπες εκδόσεις
Ρήμα
- (μεταβατικό) εκτυπώνω, αντιγράφω κάτι σε μια επιφάνεια με μηχάνημα
- print the draft double-spaced so we can mark changes between the lines
- the circuitry is printed onto the semiconductor surface
- (μεταβατικό ή αμετάβατο) γράφω κάτι με το χέρι καθαρά, χωρίς να συνδέω τα γράμματα μεταξύ τους
- Print your name here and sign below.
- I'm only in grade 2, so I only know how to print.
- (μεταβατικό) τυπώνω, δημοσιεύω κάτι σε βιβλίο, εφημερίδα κλπ
- How could they print an unfounded rumor like that?
Συγγενικές λέξεις
Ουσιαστικό
- (μη αριθμητό) τα βιβλία και τα άλλα έντυπα εν γένει
- Three citations are required for each meaning, including one in print.
- TV and the internet haven't killed print
- (μη αριθμητό) καθαρό γράψιμο με το χέρι, χωρίς να συνδέονται τα γράμματα μεταξύ τους
- Write in print using block letters.
- (μη αριθμητό) τα γράμματα που σχηματίζουν ένα κείμενο
- The print is too small for me to read.
- το αποτύπωμα
- Using a crayon, the girl made a print of the leaf under the page.
- το δακτυλικό αποτύπωμα
συνώνυμα: fingerprint.- Did the police find any prints at the scene?
- πατημασιά, ίχνος, χνάρι
- (τέχνη) ένα σχέδιο που έχει εκτυπωθεί σε πολλά αντίγραφα (πχ χαρακτικό, γκραβούρα κλπ)
- (φωτογραφία) μια φωτογραφία που έχει εκτυπωθεί από το αρνητικό
- (κινηματογράφος) το αντίγραφο ενός φιλμ που μπορεί να προβληθεί
- εμπριμέ ρούχο
Συγγενικές λέξεις
- fine print
- fingerprint
- footprint
- in print
- newsprint
- out of print
- pawprint
- printmaking
- printout
- small print
- thumbprint
Κροατικά (hr)
Ετυμολογία
- print αγγλική print
Ουσιαστικό
- εκτύπωση από εκτυπωτή ηλεκτρονικού υπολογιστή