procuration

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
procuration procurations

procuration  (fr) θηλυκό

  1. η εξουσιοδότηση, το πληρεξούσιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

  • δείτε τη λέξη: procurer