profitable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
profitable profitables

profitable  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ωφέλιμος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

  • δείτε τη λέξη: profit
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες