profiter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

profiter (fr)

  1. (+ à) αποφέρω κέρδος ή ωφέλεια
  2. (+ de) αποκομίζω κάποιο κέρδος ή ωφέλεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: profit