profiterole

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

profiterole < υποκοριστικό του profit (μικρό όφελος, κέρδος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
profiterole profiteroles

profiterole (fr) θηλυκό

  1. το προφιτερόλ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • δείτε τη λέξη: profit