proliferation
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
proliferation (en)
- πολλαπλασιασμός
- η απόκτηση πυρηνικών όπλων, η μετατροπή μιας χώρας σε πυρηνική δύναμη