proof
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
proof (en)
- έλεγχος, εξέταση, δοκιμή
- απόδειξη
- τυπογραφικό δοκίμιο
- η ανθεκτικότητα, η μη διαπερατότητα
- βάσανος