proposition
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
proposition (en)
- πρόταση (ιδέα, προσφορά, λογική ή μαθηματική πρόταση)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| proposition | propositions |
proposition (fr) θηλυκό
- η πρόταση
- j'ai une proposition à te faire - έχω να σου κάνω μια πρόταση