proprement
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- proprement < propre
[
]
Επίρρημα
proprement (fr)
- καθαρά, ξεκάθαρα
- πραγματικά, κυριολεκτικά
- προσεκτικά, επιμελώς
- (μεταφορικά) (οικείο) ηθικά, τίμια