prospective

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
prospective prospectives

prospective (fr) θηλυκό

  1. η μελέτη όλων των δυνατοτήτων που απορρέουν από μια πράξη ή απόφαση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]