psychiatre
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| psychiatre | psychiatres |
psychiatre (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- ο/η ψυχίατρος