pull out
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
pull out (en)
- αποσύρομαι (κυρίως για στρατεύματα}
- τραβιέμαι (για τη διακοπτόμενη συνουσία)
pull out (en)