pusty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpustɨ/
Audio 

Open book 01.svg Επίθετο[]

pusty (pl)

  1. αυτός που δεν περιέχει τίποτε, άδειος, κενός
  2. αυτός που δρα χαζά, απερίσκεπτα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]