putovati

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Serbia.svg Σερβικά (sr) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

putovati (sr)



Σερβοκροατικά (sh) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

putovati (sh)

putujem kroz Italije - ταξιδεύω (διασχίζοντας την) μέσα στην Ιταλία