quatschen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

quatschen (de)

hört auf zu quatschen, Kinder; ihr stört uns - πάψτε να φλυαρείτε, παιδιά· μας ενοχλείτε