règlement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

règlement < régler

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
règlement règlements

règlement  (fr) αρσενικό

  • κανονισμός, ένα έγγραφο που καθορίζει και καθιστά υποχρεωτικό αυτό που πρέπει να γίνει
publier un règlement δημοσιεύω έναν κανονισμό
l'affichage du règlement est obligatoire η τοιχοκόλληση του κανονισμού είναι υποχρεωτική
δείτε τη λέξη: arrêté, décret
le règlement du Sénat ο κανονισμός της Γερουσίας
δείτε τη λέξη: statut
le règlement d'un conflit η διαρρύθμιση μιας διαμάχης
le règlement d'une affaire η ρύθμιση μιας υπόθεσης
règlement par chèque πληρωμή με επιταγή
le règlement d'une dette η πληρωμή ενός χρέους
δείτε τη λέξη: acquittement, paiement, solde

[] Εκφράσεις

au coin de la rue, il y a eu un règlement de comptes στη γωνία του δρόμου έγινε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες