réserve
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| réserve | réserves |
réserve (fr) θηλυκό
- η εφεδρεία
- on a appelé la réserve - κάλεσαν τους έφεδρους
- η επιφύλαξη, η εξαίρεση, ο περιορισμός
- sans réserve - ανεπιφύλακτα
- à la réserve de - εκτός
- το απόθεμα
- en réserve - κατά μέρος
- η διάκριση, το διακριτικό φέρσιμο
- être/se tenir sur la réserve - είμαι/στέκομαι διακριτικός