résumé
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- résumé < γαλλική résumé
Ουσιαστικό [
]
résumé (en)
- το βιογραφικό
- η περίληψη, η σύνοψη
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| résumé | résumés |
résumé (fr) αρσενικό
- η περίληψη