rétro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : retro, retro-, rétro, rétro-

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. rétro < rétrograde
  2. rétro < rétrograde (και για το επίθετο)
  3. rétro < rétroviseur

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁe.tʁo/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rétro rétros

rétro (fr) αρσενικό

  1. στο μπιλιάρδο, εφέ που δίνεται στο μπαλάκι και το κάνει να γυρίζει προς τα πίσω
  2. το ρετρό, μιλώντας για ένα στυλ (ζωής, συνηθειών, κλπ.)
  3. (οικείο) ο καθρέφτης του αυτοκινήτου
    le rétro intérieur / extérieur - ο εσωτερικός / εξωτερικός καθρέφτης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rétro rétros

rétro (fr)

  1. ρετρό
    mode, coiffure, film, romancier rétro - ρετρό μόδα, κόμμωση, φιλμ, συγγραφέας