rap
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
rap (en)
- χτύπημα με κάτι σκληρό
- (μη αριθμητό) το φταίξιμο, η ευθύνη για κάτι
- he took the rap - πήρε πάνω του το φταίξιμο (ενώ δεν έφταιγε)
- η μουσική ραπ
[
]
Ρήμα
rap (en)
- χτυπώ
- I heard someone rapping on the door
- συλλαμβάνω ή φυλακίζω ή καταδικάζω
- χτυπώ (κριτικάρω)
- απαγγέλλω ρυθμικά στο ρυθμό της μουσικής ραπ