rate
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
rate (en)
- αναλογία, ποσοστό, ρυθμός ανάπτυξης, παραγωγής ή γενικά μεταβολής
- καθορισμένη τιμή
- συντελεστής
- αποτίμηση
- επιτόκιο
[
] Εκφράσεις
- at any rate: πάση θυσία, όπως και να έχει, πρέπει οπωσδήποτε με οποιοδήποτε κόστος
[
]
Ρήμα
rate (en)
- υπολογίζω, αποτιμώ, καθορίζω αξία/βαθμό
- κατατάσσω και κατατάσσομαι, κρίνομαι, αξιολογούμαι