recover
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
recover (en)
- καλύπτω ξανά, ξανασκεπάζω
- συνέρχομαι από αρρώστια, αναρρώνω
- ξανακερδίζω κάτι, ανακτώ
recover (en)