regard
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| regard | regards |
regard (fr) αρσενικό
- βλέμμα
- άνοιγμα (π.χ. σε σωληνώσεις, υπόγειο, υπονόμους, φούρνο) που επιτρέπει τον έλεγχο καλής λειτουργίας και, ενδεχομένως, την επισκευή