regularly
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- regularly < regular
[
]
Επίρρημα
regularly (en)
- (γραμματική) ομαλά
- there are regularly and irregularly declined nouns - υπάρχουν ουσιαστικά που κλίνονται ομαλά και (άλλα που κλίνονται) ανώμαλα