representative
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
representative (en)
- αντιπροσωπευτικός, που αντιπροσωπεύει ένα ευρύτερο σύνολο, τυπικός
Ουσιαστικό [
]
representative (en)
- αντιπρόσωπος
- το μέλος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, ο βουλευτής