requirement
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
requirement (en)
- απαίτηση, κάτι που απαιτείται, είναι αναγκαίο ή υποχρεωτικό
- good knowledge of English is a requirement to get a good job
- απαίτηση, κάτι που απαιτείται προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία
- your computer does not meet the minimal requirements to execute this program