rescapé
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- rescapé < rescaper
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | rescapé | rescapés |
| θηλυκό | rescapée | rescapées |
rescapé (fr)