retraite
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- retraite < retrait
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| retraite | retraites |
retraite (fr) θηλυκό
- η οπισθοχώρηση
- battre en retraite - οπισθοχωρώ
- η σύνταξη
- départ à la retraite - η συνταξιοδότηση
- mettre à la retraite - συνταξιοδοτώ
- partir à la retraite - συνταξιοδοτούμαι
- ο τόπος απομόνωσης, απομάκρυνσης από τους άλλους
- η σμίκρυνση