rhyme
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
rhyme (en)
- στίχος, ποίηση
- ομοιοκαταληξία, ρίμα
- λέξη που ομοιοκαταληκτεί με μια άλλη
[
]
Ρήμα
rhyme (en)
- ομοιοκαταληκτώ, ριμάρω
- σχηματίζω ομοιοκαταληξίες