richesse
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- richesse < riche
[
]
Ουσιαστικό
richesse (fr) θηλυκό
- στον ενικό
- στον πληθυντικό
- τα πλούτη
[
]
- → δείτε τη λέξη: riche