ripe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

ripe (en)

  1. ώριμος
  2. (απαρχαιωμένο) μεθυσμένος
  3. (νομικός όρος) για μια υπόθεση που είναι έτοιμη να κριθεί από ένα δικαστήριο
  4. που έχει μια δυσάρεστη οσμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ripe (en)

  1. ώριμο φρούτο ή λαχανικό

Open book 01.svg Ρήμα[]

ripe (en) (παρωχημένο)

  1. ωριμάζω