root
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
root (en)
- η ρίζα (ενός φυτού)
- (μαθηματικά) η ρίζα μιας συνάρτησης
- square root: τετραγωνική ρίζα
- (γλωσσολογία) η ρίζα μιας λέξης