rouge
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| rouge | rouges |
rouge (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- κόκκινος, ερυθρός
- il est rouge - είναι κόκκινος
- il est devenu tout rouge - έγινε κατακόκκινος
- κομουνιστής ή επαναστάτης
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| rouge | rouges |
rouge (fr) αρσενικό
- το κόκκινο χρώμα
- (κατ' επέκταση) το κόκκινο φως στην κυκλοφορία
- il est passé au rouge - πέρασε με το κόκκινο
- (οικείο) το κρασί
- un petit verre de rouge - ένα κρασάκι/ένα ποτηράκι κρασί
- rouge à lèvres, rouge - το κραγιόν
[
]
- rouge
- rougeâtre
- rougeaud
- rougeoiement
- rougeole
- rougeoleux
- rougeoyant
- rougeoyer
- rouget
- rougette
- rougeur
- rougir
- rougissant
- rougissement